Η μοίρα μας κρίνεται στο πεδίο του αληθινού πάθους.. Αυτό απαντά ο μεγάλος κριτικός και στοχαστής Τζορτζ Στάινερ στην ερώτηση συντάκτη της ιταλικής εφημερίδας «La Repubblica, ποιες είναι οι λέξεις-κλειδιά που μας είναι αναγκαίες για να προσανατολιστούμε μέσα στη σύγχυση των καιρών μας; Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την απάντηση του Στάινερ.

«Θα ξεκινούσα από μια από τις πιο απλές και πιο μικρές λέξεις του λεξιλογίου: τη λέξη «όχι». Έχουμε χάσει την τέχνη να λέμε «όχι». Όχι στην ωμότητα της πολιτικής, όχι στην τρέλα των οικονομικών αδικιών που μας περιβάλλουν, όχι στην εισβολή της γραφειοκρατίας στην καθημερινή μας ζωή. Όχι στην ιδέα ότι μπορούν να γίνονται αποδεκτοί ως φυσιολογικοί οι πόλεμοι, η πείνα, η παιδική σκλαβιά. Υπάρχει μια πελώρια ανάγκη να ξαναρχίσουμε να προφέρουμε αυτή τη λέξη. Κι όμως, είμαστε ανίκανοι γι’ αυτό. Πιστέψτε με, τρομάζω μπροστά στην ενδοτικότητα τόσων καθώς πρέπει προσώπων, που έχουν μεταμορφωθεί σε πρωταθλητές της μοιρολατρίας. Που δηλώνουν ανοιχτά το σκεπτικισμό τους σχετικά με το ανώφελο της διαμαρτυρίας, λες και το να διαμαρτύρεται κανείς έχει γίνει κάτι το ενοχλητικό… η οικογένεια και το σχολείο, για να μη μιλήσουμε για όλο το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας, μεταδίδουν συστηματικά αυτόν τον ιό. Μας προδιαθέτουν για τον πιο ολικό κομφορμισμό.

Γι’ αυτό είναι θεμελιώδες να ξαναρχίσουμε την αντίσταση ενάντια στα ψεύτικα είδωλα του καιρού μας. Ξεκινώντας από το κυριότερο: το χρήμα. Χρειάζεται να αντισταθούμε στο φασισμό του χρήματος. Μιλώ για φασισμό, γιατί δεν βρίσκω πιο κατάλληλο όρο για να περιγράψω την καταιγιστική διάδοση μιας λογοκριτικής και δεσποτικής εξουσίας. Σήμερα όλα μυρίζουν χρήμα… Πρόσφατα είδαμε να κλείνουν τράπεζες και εργοστάσια. Είδαμε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσωπα να χάνουν τη δουλειά τους και ταυτόχρονα παρακολουθήσαμε το επαίσχυντο θέαμα των διευθυντικών στελεχών που αποχωρούσαν εισπράττοντας πελώρια ποσά ως μπόνους…Θα ευχόμουν μπροστά σε όλα αυτά να υψωνόταν ισχυρό από τους δρόμους και τις πλατείες το «όχι». Αντίθετα, όμως, κυριάρχησε η συνήθης θλιβερή παθητικότητα. Προφανώς το άτομο παραμένει παθητικό επειδή έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σχηματισμό ανώνυμων δυνάμεων τόσο ισχυρό ώστε να παραλύει κάθε αντίδραση. Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος παράγοντας που δεν πρέπει να τον λησμονάμε: η καταστροφή των ιδεολογιών του εικοστού αιώνα, ξεκινώντας από το μαρξισμό στις διάφορες πολιτικές εφαρμογές του, άφησε πίσω της καμένη γη. Και η καταστροφή δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και πολιτισμική… Όταν ήμουν νέος, οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμα να κάνουν αυτά που εγώ αποκαλώ «δημιουργικά» λάθη. Επειδή στη ζωή ενός νέου είναι θεμελιώδες το να μπορεί να κάνει λάθη, για να δημιουργεί μιαν έντονη και παθιασμένη ζωή. Σήμερα αυτό δεν είναι πλέον δυνατό. Και είναι τρομερό να σκεφτούμε ένα δεκαοχτάχρονο που βλέπει να του αρνούνται κάθε ιδεολογικό και ουτοπικό ενθουσιασμό…Αν η μοναδική έγνοια είναι να μην εξαπατηθούμε, πού θα βρούμε τη δύναμη για να πραγματοποιήσουμε ένα άλμα της φαντασίας; Να σκεφτούμε κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό μας;..

Η δεύτερη λέξη είναι η «ιδιωτικότητα». Ήδη δεν υπάρχει πτυχή της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και η πιο ιερή και η πιο μύχια, που να μην επιδεικνύεται και να μην εκτίθεται δημόσια. Σε όλα τα πεδία είναι σε δράση μια επεκτατική «βιομηχανία της διείσδυσης» (που συμπεριλαμβάνει την ψυχανάλυση, καθώς και τη γραφειοκρατία, το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθώς και τις ιατρικές θεραπείες), η οποία αποβλέπει στο να απογυμνώσει την ανθρώπινη ύπαρξη από αυτό το αναπαλλοτρίωτο προσωπικό μυστικό.. Ενώ η αληθινή δύναμη του καθενός εμπερικλείεται σε αυτό που μπορεί και πρέπει να κρατάει μέσα του. Όπως υπενθύμιζε ο Χάιντεγκερ, κανείς δεν μπορεί να πεθάνει «στη θέση σου». Και το μεγαλείο κάθε ανθρώπου έγκειται στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει μέσα στη μοναξιά κάθε δύσκολη μετάβαση της ύπαρξής του, συμπεριλαμβανόμενων των αποτυχιών, των ασθενειών, των κακοτυχιών. Στον άνθρωπο υπάρχει ένα συναίσθημα ίσως ακόμα πιο ισχυρό από την αγάπη και το μίσος. Σκέφτομαι εκείνα τα «βαθιά πάθη», που είναι συχνά ανεξήγητα, για κάτι που στα μάτια μας προσλαμβάνει υπέρτατη αξία. Στο πεδίο του αληθινού πάθους κρίνεται η μοίρα μας (…)».

Πηγή: Ελευθεροτυπία –13/12/2009