Άραγε πόσο αξιόπιστος είναι ένα άθεος γραφιάς όπως εγώ όταν γράφει για εκκλησάκια;.. Αλλά γιατί μια φωτογραφία με ένα όμορφο εκκλησάκι, για παράδειγμα στην Σίφνο, να παραπέμπει σε κάτι το θεϊκό ή τουλάχιστον μόνο σε αυτό;.. Και τελικά, όταν βλέπουμε μια φωτογραφία τέχνης τι ακριβώς βλέπουμε; Την πραγματικότητα ή την τέχνη;

Το πρώτο που μαθαίνει ένα πρωτοετής φοιτητής της επικοινωνίας είναι ότι η σκέψη, η ματιά μας με την οποία βλέπουμε τα πράγματα, δεν είναι ένας καθρέφτης, δεν αντανακλά την πραγματικότητα, αλλά την επεξεργάζεται, ακόμα και την παραμορφώνει, η δε λεγόμενη «ζωντανή» ή «απ ευθείας» τηλεοπτική σύνδεση μπορεί να διαστρεβλώσει πολύ περισσότερο το γεγονός που αναπαριστά απ ότι ένα μονταρισμένο ντοκιμαντέρ για το ίδιο γεγονός. Γιατί και μόνο η τοποθέτηση του φακού, η γωνία λήψης απέναντι σε μία πραγματικότητα, σημαίνει ότι απεικονίζει μία μόνο πλευρά από την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, αυτήν δηλαδή που βλέπει ο φακός και η ματιά μας. Επομένως θέλει αρετή και τόλμη και πολύ μοντάζ για να καταφέρει κανείς να συνθέσει την πραγματικότητα της ζωής και σε κάθε περίπτωση το μόνο που δεν μπορεί ποτέ να απεικονίσει αυτήν την πραγματικότητα είναι ένας καθρέφτης της.. Όπως έλεγε ο μεγάλος Νίτσε, δεν υπάρχει ένα μοναδικό σημείο θέασης από το οποίο βλέπουμε ταυτοχρόνως ολόκληρη τη γη και το μπροστά και το δίπλα και το πίσω της. Η αλήθεια δεν είναι ποτέ μία και εξαρτάται από την προοπτική με την οποία βλέπουμε τα πράγματα..

Η τέχνη της φωτογραφίας λοιπόν δεν απεικονίζει το πραγματικό και ευτυχώς γιατί διαφορετικά δεν θάταν τέχνη.. Αν κάτι απεικονίζει, αυτό είναι η ζωή και η ζωή απέχει πολύ από αυτό που λέμε πραγματικό. Γιατί, τί θα ήταν μια έρημη αληθινή πέτρα χωρίς μια ύπαρξη ζωής να την κοιτά ή με κάποιον τρόπο να σχετίζεται μαζί της;.. Τι θα ήταν η πραγματικότητα χωρίς εμάς και τη ματιά μας σε αυτήν που της δίνει ζωή; Που συνθέτει αυτό το «ολον» που λέγεται ζωή ή έστω μια στιγμή ζωής;

Ταξίδεψα στα 235 εκκλησάκια της Σίφνου με το φακό και τη ματιά της Μαρίνας Βερνίκου και χάθηκα ονειρικά, όχι στην αίσθηση του θεικού αλλά στην αίσθηση του ιερού. Έχει μεγάλη διαφορά αυτό. Λέω για τα ιερά και τα όσια μας, τα βράχια μας, τη θάλασσα μας, το Αιγαίο του Ελύτη και της ζωής μας, τα αισθήματα μας, τις αγάπες μας, τα όνειρα και τις αξίες μας και για όλα αυτά που χωρίς αυτά η ύπαρξη μας δεν έχει κανένα νόημα. Αυτό το ιερό και δέος εννοώ και αυτό είναι που μπορεί να νιώσει βλέποντας μια φωτογραφία με ένα εκκλησάκι ακόμα και ένας «στυγερός» άθεος όπως εγώ..

Τελικά μπούρδες λένε οι μεγαλόσχημοι κριτικοί τέχνης ότι μια φωτογραφία απεικονίζει μια στιγμή της αιωνιότητας. Ίσως η φωτογραφία αλλά όχι η τέχνη της φωτογραφίας. Οι 235 φωτογραφίες με τα εκκλησάκια της Σίφνου δεν απεικονίζουν την αξία μιας στιγμής αλλά την διαχρονική αίσθηση της ζωής και της αξίας της, έστω και αν αυτό το κατορθώνουν με ένα μόνο «κλικ» του φακού που ξεπερνά την αιωνιότητα..

Η Μαρίνα Βερνίκου συνθέτει με το φακό της την σπουδαιότητα του ταπεινού και το μεγαλείο της απλότητας και τα αποδίδει, όχι με μια τουριστική αίσθηση των χρωμάτων της αυγής και του δειλινού, (να μια θαρραλέα απελευθέρωση από τα δεσμά-καθρέφτισμα των χρωμάτων του πραγματικού) αλλά με τις εκατοντάδες αποχρώσεις και τόνους ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, το άσπρο που είναι το φως του Αιγαίου και το μαύρο που είναι η απόλυτη άρνηση του. Ο φακός της παραμορφώνει το πραγματικό και αναζητά με αγωνία το ιερό για να το απεικονίσει και να το διασώσει. Να διασώσει το ιερό που χάνουμε μέσα μας και αντιλαμβανόμαστε την απώλεια του μόνο όταν νιώθουμε τα μάτια μας να βουρκώνουν μπροστά του.. Να διασώσει τις αξίες-ιερά εκκλησάκια της ζωής μας, που σήμερα έχουν παρασύρει το τσουνάμι ενός βάρβαρου ατομικισμού και αμοραλισμού των «αγορών» και μιας βαθύτατης κρίσης πολιτισμού που καταπλακώνει την Ευρώπη και την καρδιά μας..

Το φωτογραφικό λεύκωμα «235» Σίφνος της Μαρίνας Βερνίκου είναι των εκδόσεων «Μίλητος».

Advertisements