Tag Archive: Μαριάννα Τζιαντζή


Πριν από λίγες μέρες, ένας 18χρονος φοιτητής αυτοκτόνησε πέφτοντας στον ποταμό Χάντσον στη Νέα Υόρκη, όχι μόνο γιατί όλοι έμαθαν ότι ήταν γκέι, αλλά για τον τρόπο που το έμαθαν. Ο Τάιλερ Kλεμέντι, πρωτοετής στο Πανεπιστήμιο Ράτζερς του Νιου Τζέρσεϊ και ταλαντούχος βιολονίστας, είχε ζητήσει από τον συγκάτοικό του στη φοιτητική εστία να τον αφήσει για λίγη ώρα μόνο στο δωμάτιο με τον φίλο του. Εκείνος συμφώνησε, φρόντισε όμως να ενεργοποιηθεί η web camera στο κομπιούτερ του, ώστε οι ερωτικές στιγμές του ανύποπτου νέου να καταγραφούν και να φτάσουν στο Διαδίκτυο.

Κάποιοι είπαν ότι ο συγκάτοικος δεν ήταν ομοφοβικός, απλώς ένα αστείο, μια χοντρή πλάκα θέλησε να κάνει σε ένα συνεσταλμένο κι ευαίσθητο επαρχιωτόπουλο, που μόλις είχε φτάσει στη μεγάλη πόλη. Μόνο που το γέλιο πάγωσε όταν ανασύρθηκε το πτώμα από το ποτάμι και ήρθαν στο φως τα λόγια που είχε γράψει ο Τάιλερ στη σελίδα του στο Facebook την ημέρα της αυτοκτονίας του: «Jumping off the gw bridge sorry» (θα πέσω από τη γέφυρα Τζορτζ Ουάσιγκτον, συγγνώμη).

Το θέμα δεν αφορά μόνο την ομοφυλοφιλική κοινότητα, που τουλάχιστον στην Αμερική ξεσηκώθηκε ζητώντας να σταματήσει το bullying, ο εκφοβισμός και η λοιδορία των «διαφορετικών». Κάτι ανάλογο μπορεί να συνέβαινε για κάθε είδους δραστηριότητα ή ιδιότητα που μπορεί να θεωρηθεί γαργαλιστική ή ασυνήθιστη. Το θέμα είναι ότι, στην Αμερική και στην Αμάρυνθο, ο συμφοιτητής, ο συνάδελφος, ο γείτονας γίνεται ο Μεγάλος Αδελφός του πλησίον του, ενώ είναι αυτονόητο ότι το φαινόμενο οφείλεται σε κοινωνικά αίτια και όχι στη διευκόλυνση που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία.

Τι χρειαζόμαστε τις κάμερες παρακολούθησης ή τις «έξυπνες κάρτες» όπου καταγράφονται τα προσωπικά μας δεδομένα, όταν πολλοί είναι πρόθυμοι να γελοιοποιήσουν, να καταδώσουν, να φακελώσουν τους άλλους, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους; Kάποτε λέγαμε πως μόνο ό,τι δείχνει η τηλεόραση υπάρχει, όμως σήμερα διαπιστώνουμε πως μόνο ό,τι καταγράφεται με κάμερα υπάρχει, ό,τι αναρτάται στο Διαδίκτυο ή διαδίδεται από κινητό σε κινητό. Πάμπολλες φορές, σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, γιορτές, παρελάσεις περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που δεν βλέπουν, δεν ακούν, δεν γιορτάζουν, αλλά τραβούν με την κάμερα του κινητού τους. Τραβούν και αποτυπώνουν για να ξαναδούν αργότερα, αυτοί και άλλοι πολλοί, ό,τι είδαν, να μοιραστούν την εμπειρία. Επομένως, ένας γκέι εν δράσει είναι ένα πιασάρικο θέαμα, κρίμα να περάσει ανεκμετάλλευτο.

Στη δεκαετία που διανύουμε αναλύθηκε η τάση του oversharing, της υπερ-εκμυστήρευσης, του εθελοντικού συναισθηματικού (και όχι μόνο) ξεγυμνώματος, μια τάση που δεν έχει μόνο κραυγαλέα τηλεοπτική έκφραση, αλλά έχει επεκταθεί και στην προσωπική ζωή. Σήμερα μιλάμε για το φαινόμενο «tmi» (too much information), την πληθώρα πληροφοριών που εμείς οι ίδιοι παρέχουμε για το άτομό μας και οι οποίες θα προκαλούσαν πλήξη ακόμα και στη μάνα μας. Κάποτε οι άνθρωποι συνήθιζαν να αφηγούνται ιστορίες που τις είχαν ζήσει οι ίδιοι ή τις είχαν ακούσει από άλλους. Τώρα τη θέση της ιστορίας έχει πάρει η εμπειρία: πήγα εδώ, πήγα εκεί, έκανα διακοπές στο τάδε νησί, έφαγα αστακομακαρονάδα, πόνεσε η κοιλιά μου, με τσίμπησαν πολλά κουνούπια, χώρισα με τον φίλο μου, τα ξαναφτιάξαμε, έχω έναν γκέι συγκάτοικο. Και όσο πιο πολλές και ασυνήθιστες οι εμπειρίες, όσο πιο πολλοί οι «φίλοι» στο Facebook και οι «ακόλουθοι» στο twitter, τόσο πιο ενδιαφέροντα άτομα υποτίθεται ότι γινόμαστε.

Στον καθρέφτη δεν βλέπουμε πια μόνο το πρόσωπο του Τέρατος. Ισως να δούμε και το πρόσωπο του Μεγάλου Αδελφού.

Mαριαννα Tζιαντζη

Πρέπει να είναι κανείς πολύ πλούσιος -όχι μόνο σε χρήμα, αλλά και σε αυτοπεποίθηση, σε παιδεία και σε παράδοση- για να έχει την πολυτέλεια να ζει απλά, για να μη νοιάζεται για το ποιος υπογράφει τη βαλίτσα ή το σακάκι του και να αδιαφορεί για τις σύγχρονες χάντρες και τα καθρεφτάκια. Η απλότητα, ο αθέατος και ουσιαστικός πλούτος στοιχίζει, είναι προνόμιο των λίγων…        Αυτό επίσημαίνει σε ένα εξαιρετικό κείμενο της η Μαριάνα Τζιαντζή και το παραθέτω ευχαρίστως έτσι για να αρχίσει η νέα χρονιά με πλούσιο νόημα και ουσία..

Το δικαίωμα στην απλότητα

Tης Mαριαννας Tζιαντζη

Ενα παλιό Τογιότα με χειροκίνητα και όχι ηλεκτροκίνητα τζάμια οδηγούσε κάποτε ο Χρήστος Λαμπράκης, όπως διαβάσαμε τις τελευταίες μέρες. Γράφτηκε επίσης ότι ο εκλιπών προτιμούσε για τις μετακινήσεις του έναν κλασικό Σκαραβαίο, που τα τζάμια του μάλλον δεν ανεβοκατέβαιναν αυτόματα.

Το 2003 πέθανε ο Νιλ Πόστμαν, γνωστός και στην Ελλάδα από τα βιβλία του για τα ΜΜΕ. Λίγο μετά τον θάνατό του, ένας φίλος και συνάδελφός του, ο Tέρενς Μόραν, έγραψε ότι κάποτε ο Πόστμαν πήγε να αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι όλα είχαν ηλεκτροκίνητα τζάμια: «Τι να τα κάνω τα ηλεκτρικά παράθυρα; Τα χέρια μου είναι μια χαρά. Αν ήμουν παράλυτος, θα χρειαζόμουν ηλεκτρικά τζάμια».

Τον καημό του Πόστμαν μάς θύμισε ένας νεότερος θεωρητικός των ΜΜΕ, ο Χένρι Τζένκινς, που περιγράφει το πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς σήμερα ένα κινητό που να χρησιμεύει «μόνο» για τηλεφωνήματα: «Δεν ήθελα κινητό με φωτογραφική μηχανή, με βιντεοκάμερα, με σύνδεση στο Ιντερνετ, με παιχνίδια, με MP3 player και GPS. Δεν ενδιαφερόμουν για μια συσκευή που θα μου έδειχνε τα νέα σόου ή θα μου επέτρεπε να διαβάζω μυθιστορήματα στην οθόνη της. Δεν ήθελα το ηλεκτρονικό ισοδύναμο ενός ελβετικού σουγιά».

Πληθαίνουν τα αξεσουάρ, οι τσαχπινιές, οι «εφαρμογές» (applications ή ΑΡΡ), αλλά όλο και πιο ακριβά και δυσεύρετα γίνονται τα βασικά. Οσο πιο σύνθετα και «πολυμορφικά» γίνονται τα αντικείμενα, τόσο μειώνεται το προσδόκιμο επιβίωσής τους. Τρίτης γενιάς κινητό, τέταρτης γενιάς υπολογιστής, ανεξιχνίαστης γενιάς ηλεκτρικό ψυγείο, νέας γενιάς υβριδικό αυτοκίνητο, τα προϊόντα επελαύνουν δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση ότι μαζί με αυτά ανανεωνόμαστε κι εμείς, πιάνουμε τον ταύρο του μέλλοντος από τα ψηφιακά του κέρατα, στροβιλιζόμαστε σε ένα σύμπαν ατέλειωτων δυνατοτήτων.

Πρέπει να είναι κανείς πολύ πλούσιος -όχι μόνο σε χρήμα, αλλά και σε αυτοπεποίθηση, σε παιδεία και σε παράδοση- για να έχει την πολυτέλεια να ζει απλά, για να μη νοιάζεται για το ποιος υπογράφει τη βαλίτσα ή το σακάκι του και να αδιαφορεί για τις σύγχρονες χάντρες και τα καθρεφτάκια. Η απλότητα, ο αθέατος και ουσιαστικός πλούτος στοιχίζει, είναι προνόμιο των λίγων. Και άλλο απλότητα, άλλο ΑΡΡ.

Ο, τι χαλάει το πετάμε για να προμηθευτούμε ένα πανομοιότυπο, αλλά πιο φανταχτερό προϊόν που θα χαλάσει ακόμα πιο γρήγορα. Φτηνό κρέας, γεμάτο τοξίνες και ορμόνες αλλά σε μεγάλη ποικιλία τρώνε πια όλης της γης τα σκυλιά, ενώ μεταβάλλονται οι επιφανειακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη φτώχεια και τον πλούτο – γιατί οι θεμελιακές γραμμές παραμένουν και βαθαίνουν. Σήμερα ο φτωχός δεν είναι αυτός που πάλιωσε το σακάκι του και καημό το ‘χει μεγάλο, δεν μπορεί να πάρει άλλο. Φτωχός είναι εκείνος που δεν μπορεί να επισκεφθεί τον οδοντίατρο, που δυσκολεύεται να πληρώσει τη ΔΕΗ ή τις δόσεις των δανείων του ή τα φροντιστήρια των παιδιών του ή τις αποκλειστικές νοσοκόμες για τον άρρωστο συγγενή. Οι αφανείς φτωχοί πιθανότατα έχουν κινητό 3G και αυτοκίνητο με ηλεκτροκίνητα τζάμια ή πίνουν καφέ με γεύση φουντούκι.

Η απλότητα, η αληθινή πολυτέλεια, όπως το παιχνίδι στον δρόμο ή μια καθαρή παραλία χωρίς ξαπλώστρες και διόδια, γίνεται αναχρονισμός. Σήμερα δεν στερούμαστε απλώς το δικαίωμα στην απλότητα αλλά μαθαίνουμε να ξεχνάμε την ύπαρξή της. Το αυτονόητο βαφτίζεται εκκεντρικότητα ή γραφικότητα κι εμείς παραιτούμαστε από την επιδίωξή του. Εύκολα βρίσκουμε λιαστή τομάτα σε βαζάκι, δύσκολα όμως θα βρούμε τον αττικό βράχο της «Κερένιας κούκλας» που, «σαν έκανε καλοσύνη, μύριζε πέτρα λιασμένη και μοναξιά βουνίσια».

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  03-01-10

Αρέσει σε %d bloggers: